Ξαφνικά οι φετινές απόκριες μου ξανάφεραν στο νου, κάποιες παλιές, από καιρούς αραχνιασμένους αναμνήσεις. Στην δεκαετία του '50, (όταν δεν είχαμε ακόμη ηλεκτρισμό, ήρθε πολλά χρόνια αργότερα), τότε που όλα ήταν πιο απλά και αυθόρμητα, που υπήρχε η γειτονιά, οι βεγγέρες τα βράδια γύρω από το τζάκι, που συνήθως κάπνιζε, τα χοιροσφάγια, τα ατελείωτα γλέντια, τα αγνά καλαμπούρια. Τότε που όλοι είμαστε μια συντροφιά, δεν είχαμε τίποτα να χωρίσουμε και με την αλληλοβοήθεια πετυχαίναμε πολλά.
Δεν υπήρχε βλέπεις αυτό το κακό της συσσώρευσης αγαθών και αυτή η πλεονεξία που υπάρχει σήμερα. Όχι ότι όλοι είμαστε άγιοι τότε, αλλά αφ' ενός ότι το χρήμα δεν ήταν τόσο πολύ και αφ' ετέρου δεν υπήρχε αυτή η αφθονία υλικών αγαθών, μα και το χαζοκούτι που σε απομονώνει, η ζωή μας τότε ήταν γνήσια, ανθρώπινη και επιθυμητή, με οράματα και προσδοκίες.
Παράδοση




Είναι ένα παιχνίδι που συνηθίζεται να παίζεται ανήμερα το Πάσχα. Έρχεται απ’ τα παλιά και γεμίζει τις ώρες πριν και μετά τον Λαμπριάτη. Συμμετέχουν μεγάλοι και μικροί (φτάνει να μπορούν να σηκώσουν τη μπάλα) χωρισμένοι σε δύο ομάδες, χωρίς όριο παικτών. Είναι ένα έθιμο κεφιού που λίγη σημασία έχει ποιος θα ‘ναι ο νικητής, παρ’ ότι πάντοτε μπαίνει και κάποιο έπαθλο (μεγάλη πλάκα γίνεται αν κάποιος ρίξει τον «εννιά»).
Ο ενοριακός ναός του κάτω Πιτροφού είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Η ανέγερση της εκκλησίας άρχισε το 1880 επί ιερέως Νικολάου Κακαρούχα και αποπερατώθηκε το 1917.
Ο Πιτροφός ήταν ο τόπος παραγωγής ασβέστη έως και τα μέσα του περασμένου αιώνα στην Άνδρο. Μέχρι και τη δεκαετία του ’70 συνεχιζόταν αυτή η δραστηριότητα και ήταν ένα σημαντικό πρόσοδο για τους κατοίκους εξού και πήραν το προσωνύμιο «ασβεστάδες». Αυτό οφειλόταν στο πολύ καλό μάρμαρο, κατάλληλο για ασβέστη που έχει η περιοχή. 